4 μύθοι και αλήθειες για τη συνεπιμέλεια που χρειάζονται προσοχή

Η εισαγωγή της συνεπιμέλειας στο ελληνικό οικογενειακό δίκαιο αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αλλαγές των τελευταίων ετών, φέρνοντας στο προσκήνιο την ανάγκη για ουσιαστική συνεργασία των γονέων μετά το διαζύγιο. Παρά τις θετικές προθέσεις του νομοθέτη, έχουν δημιουργηθεί αρκετές παρανοήσεις που συχνά προκαλούν άγχος και λανθασμένες προσδοκίες. Η κατανόηση της πραγματικότητας πίσω από τους νομικούς όρους είναι το πρώτο βήμα για να διασφαλιστεί η ηρεμία των παιδιών και η δίκαιη μεταχείριση και των δύο πλευρών, μακριά από περιττές δικαστικές διαμάχες που τροφοδοτούνται από ελλιπή πληροφόρηση.

Μύθος 1: Η συνεπιμέλεια σημαίνει αυτόματα ότι το παιδί θα μοιράζει τον χρόνο του 50-50 σε κάθε σπίτι

Η αλήθεια είναι ότι η συνεπιμέλεια αφορά κυρίως την από κοινού λήψη των σημαντικών αποφάσεων για τη ζωή του παιδιού, όπως η εκπαίδευση και η υγεία του, και όχι απαραίτητα τη μαθηματική μοιρασιά των ημερών. Αν και ο νόμος ενθαρρύνει την ισόρροπη παρουσία και των δύο γονέων, το δικαστήριο ορίζει τον χρόνο επικοινωνίας με βάση το τι εξυπηρετεί καλύτερα την καθημερινότητα και τη σταθερότητα του παιδιού. Η εναλλασσόμενη κατοικία είναι μια επιλογή, αλλά δεν αποτελεί υποχρεωτικό κανόνα αν οι συνθήκες (π.χ. απόσταση σπιτιών ή πρόγραμμα σχολείου) δεν το επιτρέπουν.

Μύθος 2: Αν έχουμε συνεπιμέλεια, δεν υπάρχει πλέον υποχρέωση για καταβολή διατροφής

Πρόκειται για έναν από τους πιο επικίνδυνους μύθους, καθώς η διατροφή δεν είναι «αντάλλαγμα» για τον χρόνο που περνάει το παιδί με τον κάθε γονέα, αλλά μέσο για την κάλυψη των αναγκών του. Η υποχρέωση διατροφής βασίζεται στις οικονομικές δυνάμεις του κάθε γονέα ώστε το παιδί να διατηρεί ένα σταθερό βιοτικό επίπεδο. Ακόμα και σε περιπτώσεις ίσου χρόνου παραμονής, αν ο ένας γονέας έχει σημαντικά υψηλότερο εισόδημα, ενδέχεται να οριστεί ένα ποσό διατροφής προς τον άλλον γονέα για να εξισορροπηθούν οι δαπάνες ανατροφής.

Μύθος 3: Οι κακές σχέσεις και οι καυγάδες μεταξύ των γονέων ακυρώνουν τη συνεπιμέλεια

Στο παρελθόν, η ένταση μεταξύ των γονέων συχνά οδηγούσε στην ανάθεση της επιμέλειας αποκλειστικά στον έναν. Σήμερα, ο νόμος θεωρεί ότι η γονική ιδιότητα είναι ανεξάρτητη από την προσωπική σχέση του ζευγαριού. Το δικαστήριο απαιτεί από τους γονείς να βρουν έναν κώδικα επικοινωνίας για το καλό του παιδιού, και η έλλειψη συνεννόησης δεν αποτελεί πλέον εύκολο επιχείρημα για τον αποκλεισμό του ενός γονέα, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικά σοβαροί λόγοι ακαταλληλότητας ή κακοποίησης.

Μύθος 4: Η συνεπιμέλεια αφαιρεί δικαιώματα από τη μητέρα και δίνει όλη τη δύναμη στον πατέρα

Στην πραγματικότητα, η συνεπιμέλεια δεν αφαιρεί τίποτα, αλλά προσθέτει ευθύνη και στους δύο γονείς. Στόχος δεν είναι η αποδυνάμωση της μητέρας, αλλά η ενίσχυση του ρόλου του πατέρα, ώστε το βάρος της ανατροφής να μην πέφτει μονομερώς σε έναν άνθρωπο. Η σύγχρονη προσέγγιση προστατεύει το δικαίωμα του παιδιού να μεγαλώνει και με τους δύο γονείς του παρόντες, διασφαλίζοντας ότι καμία πλευρά δεν θα περιθωριοποιηθεί από την καθημερινότητά του.

Ο ρόλος του δικηγόρου

Η διαχείριση ενός διαζυγίου και η ρύθμιση της συνεπιμέλειας απαιτούν ψυχραιμία και στρατηγική σκέψη για να αποφευχθούν λάθη που θα επηρεάσουν την οικογένεια για χρόνια. Η καθοδήγηση από έναν έμπειρο νομικό είναι απαραίτητη για να μετατραπούν οι επιθυμίες σας σε μια στέρεη νομική συμφωνία που προστατεύει τα δικαιώματά σας και, πάνω από όλα, την ηρεμία των παιδιών σας.

Η δικηγόρος στο Αιγάλεω Παρασκευή Βασιλοπούλου διαθέτει την εμπειρία και την ευαισθησία που απαιτούνται για τον χειρισμό υποθέσεων οικογενειακού δικαίου. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί της για να σχεδιάσετε μαζί την επόμενη μέρα της οικογένειάς σας με ασφάλεια και σεβασμό στις ανάγκες των παιδιών σας.

Συμπέρασμα

Κλείνοντας, η κατανόηση της συνεπιμέλειας πέρα από τους μύθους που την περιβάλλουν είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία ενός λειτουργικού περιβάλλοντος μετά το διαζύγιο. Είναι σαφές ότι το πνεύμα του νόμου δεν αποσκοπεί στη δικαίωση του ενός ή του άλλου γονέα, αλλά στην εξασφάλιση της συνέχειας της γονικής παρουσίας στη ζωή του παιδιού. Η μετάβαση αυτή απαιτεί τη μετατόπιση της προσοχής από το «τι δικαιούμαι εγώ» στο «τι χρειάζεται το παιδί», αναγνωρίζοντας ότι η γονική ιδιότητα είναι μια ισόβια δέσμευση που δεν λήγει με την έκδοση ενός διαζυγίου.