Διαδικασία διαζυγίου: Βήματα & χρήσιμες πληροφορίες

Η διαδικασία διαζυγίου στην Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν οι δύο σύζυγοι συμφωνούν στη λύση του γάμου ή αν υπάρχει μεταξύ τους αντιδικία. Σε μια περίοδο που συνοδεύεται συνήθως από σημαντικές προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές αλλαγές, η γνώση των νομικών βημάτων βοηθά κάθε ενδιαφερόμενο να κατανοήσει τι ακριβώς πρόκειται να ακολουθήσει, ποια ζητήματα πρέπει να ρυθμιστούν και ποια δικαιώματα χρειάζεται να προστατευθούν.

Η λύση ενός γάμου δεν περιορίζεται πάντοτε σε μία δήλωση ότι οι σύζυγοι δεν επιθυμούν πλέον να βρίσκονται μαζί. Μπορεί να συνδέεται με ζητήματα γονικής μέριμνας, επιμέλειας, διατροφής και επικοινωνίας με τα παιδιά, με τη χρήση της οικογενειακής στέγης, με οικονομικές αξιώσεις μεταξύ των συζύγων ή ακόμη και με την ανάγκη λήψης προσωρινών δικαστικών μέτρων. Για τον λόγο αυτό, η διαδικασία διαζυγίου χρειάζεται να εξετάζεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε οικογένειας και όχι μόνο ως ένα τυπικό στάδιο λήξης του γάμου.

Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ο γάμος μπορεί να λυθεί είτε συναινετικά, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 1441 του Αστικού Κώδικα, είτε δικαστικά όταν συντρέχει νόμιμος λόγος διαζυγίου. Στην περίπτωση του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης ή της συνεχούς διετούς διάστασης εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 1439 ΑΚ.

Τι περιλαμβάνει η διαδικασία διαζυγίου;

Η διαδικασία διαζυγίου είναι το σύνολο των νομικών ενεργειών μέσω των οποίων επέρχεται η οριστική λύση του γάμου. Ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί διαφέρει ανάλογα με το εάν οι σύζυγοι έχουν καταλήξει σε συμφωνία ή αν ο ένας από αυτούς ζητά τη λύση του γάμου χωρίς τη συναίνεση του άλλου.

Στην πρώτη περίπτωση ακολουθείται το συναινετικό διαζύγιο. Οι σύζυγοι, με τη συνδρομή διαφορετικού πληρεξούσιου δικηγόρου ο καθένας, συμφωνούν στη λύση του γάμου και, εφόσον υπάρχουν ανήλικα τέκνα, ρυθμίζουν παράλληλα τα ζητήματα που ο νόμος ορίζει. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με συμβολαιογραφική πράξη και μπορεί πλέον να πραγματοποιηθεί και ψηφιακά μέσω της υπηρεσίας άυλου συναινετικού διαζυγίου.

Όταν, αντίθετα, δεν υπάρχει κοινή βούληση για τη λύση του γάμου ή δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί η απαιτούμενη συμφωνία, ο ενδιαφερόμενος μπορεί, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο με αγωγή διαζυγίου. Το διαζύγιο κατ’ αντιδικία εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο με την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση.

Ποια είδη διαζυγίου υπάρχουν;

Για να γίνει κατανοητή η διαδικασία διαζυγίου, πρέπει αρχικά να διακριθούν οι βασικοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να λυθεί ένας γάμος. Στην πράξη, η σημαντικότερη διάκριση είναι μεταξύ συναινετικού διαζυγίου και διαζυγίου κατ’ αντιδικία.

Το συναινετικό διαζύγιο προϋποθέτει ότι και οι δύο σύζυγοι επιθυμούν να λυθεί ο γάμος. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ποιος ευθύνεται για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης ούτε να εξεταστούν από δικαστήριο τα περιστατικά που οδήγησαν στον χωρισμό. Η κοινή βούληση αποτυπώνεται στη σχετική συμφωνία και ακολουθεί η συμβολαιογραφική διαδικασία που ορίζει το άρθρο 1441 ΑΚ.

Στο διαζύγιο κατ’ αντιδικία, αντίθετα, ο ένας σύζυγος προσφεύγει στο δικαστήριο και ζητά να λυθεί ο γάμος. Η συνηθέστερη νομική βάση είναι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, αλλά ιδιαίτερα σημαντική στην πράξη είναι και η περίπτωση της συνεχούς διετούς διάστασης. Το άρθρο 1439 ΑΚ προβλέπει ότι, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε συνεχή διάσταση επί τουλάχιστον δύο χρόνια, ο ισχυρός κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα.

Διαδικασία διαζυγίου με κοινή συμφωνία των συζύγων

Όταν οι δύο σύζυγοι συμφωνούν ότι επιθυμούν τη λύση του γάμου, η διαδικασία διαζυγίου είναι σημαντικά απλούστερη, καθώς δεν απαιτείται να διεξαχθεί αντιδικία ενώπιον δικαστηρίου. Το ισχύον άρθρο 1441 ΑΚ επιτρέπει στους συζύγους να λύσουν τον γάμο τους με έγγραφη συμφωνία ή με κοινή ψηφιακή δήλωση, με τη συμμετοχή διαφορετικού πληρεξούσιου δικηγόρου για καθέναν από αυτούς.

Οι δικηγόροι αναλαμβάνουν να διαμορφώσουν το περιεχόμενο της συμφωνίας, αφού προηγουμένως ενημερώσουν τους εντολείς τους για τις συνέπειές της. Στόχος δεν είναι απλώς να αποτυπωθεί ότι οι σύζυγοι συμφωνούν να χωρίσουν, αλλά να διαμορφωθεί ένα νομικά σαφές πλαίσιο, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν παιδιά ή πρόσθετες οικογενειακές εκκρεμότητες.

Ακολουθεί η παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας και η κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης. Η υποχρεωτική δεκαήμερη περίοδος αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της διαδικασίας και μεσολαβεί πριν από την ολοκλήρωση της συμβολαιογραφικής πράξης.

Διαδικασία διαζυγίου μέσω gov.gr

Σήμερα το συναινετικό διαζύγιο μπορεί να πραγματοποιηθεί και ψηφιακά μέσω της υπηρεσίας «Άυλο Συναινετικό Διαζύγιο». Η συγκεκριμένη διαδικασία διαζυγίου επιτρέπει μεγάλο μέρος των ενεργειών να εκτελείται εξ αποστάσεως, χωρίς να καταργείται η συμμετοχή των δύο δικηγόρων και του συμβολαιογράφου.

Την ηλεκτρονική διαδικασία για το άυλο διαζύγιο εκκινεί ένας από τους πληρεξούσιους δικηγόρους. Η εφαρμογή ανακτά από το Μητρώο Πολιτών τα διαθέσιμα στοιχεία του γάμου και των συζύγων, καταχωρίζονται ο δεύτερος δικηγόρος και ο συμβολαιογράφος και εισάγεται το κείμενο της συμφωνίας. Στη συνέχεια το περιεχόμενο εγκρίνεται από τα εμπλεκόμενα μέρη και οι δύο σύζυγοι καλούνται να συναινέσουν ηλεκτρονικά. Από το σημείο αυτό αρχίζει η προβλεπόμενη δεκαήμερη περίοδος.

Μετά την παρέλευση του δεκαημέρου ολοκληρώνεται η συμβολαιογραφική πράξη. Η ηλεκτρονική υπηρεσία παρέχεται μέσω gov.gr, ενώ η τελική πράξη αποστέλλεται στις ψηφιακές θυρίδες των συζύγων και πραγματοποιείται η προβλεπόμενη ενημέρωση του Μητρώου Πολιτών και του αρμόδιου ληξιαρχείου.

Η ψηφιοποίηση έχει επομένως περιορίσει αρκετές γραφειοκρατικές ενέργειες. Δεν σημαίνει, όμως, ότι η νομική ουσία της διαδικασίας έχει εξαφανιστεί. Η συμφωνία εξακολουθεί να χρειάζεται προσεκτικό έλεγχο, καθώς μπορεί να περιλαμβάνει ρυθμίσεις με σημαντικές και μακροχρόνιες συνέπειες.

Ποια είναι τα βασικά βήματα στη διαδικασία διαζυγίου;

Αν και κάθε υπόθεση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες, η διαδικασία διαζυγίου μπορεί να αποτυπωθεί σε ορισμένα βασικά στάδια:

  1. Αρχική νομική αξιολόγηση της υπόθεσης. Εξετάζεται αν υπάρχει κοινή βούληση για συναινετική λύση ή εάν απαιτείται δικαστική προσφυγή, καθώς και ποια πρόσθετα οικογενειακά ή οικονομικά ζητήματα υπάρχουν.
  2. Επιλογή της κατάλληλης διαδικασίας. Εφόσον υπάρχει συναίνεση, μπορεί να προχωρήσει συναινετικό ή άυλο συναινετικό διαζύγιο. Διαφορετικά εξετάζεται η άσκηση αγωγής διαζυγίου.
  3. Ρύθμιση ζητημάτων που αφορούν τα παιδιά. Όταν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, πρέπει να αντιμετωπιστούν θέματα γονικής μέριμνας, επιμέλειας, διαμονής, επικοινωνίας και διατροφής.
  4. Διαμόρφωση συμφωνίας ή προετοιμασία αγωγής. Στο συναινετικό διαζύγιο συντάσσεται η συμφωνία των συζύγων. Στο διαζύγιο κατ’ αντιδικία συγκεντρώνονται τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα στα οποία θα στηριχθεί η αγωγή.
  5. Συμβολαιογραφική ή δικαστική ολοκλήρωση. Το συναινετικό διαζύγιο ολοκληρώνεται μέσω της συμβολαιογραφικής διαδικασίας, ενώ στο κατ’ αντιδικία διαζύγιο απαιτείται δικαστική κρίση.
  6. Καταχώριση της λύσης του γάμου. Η λύση πρέπει να αποτυπωθεί στο αρμόδιο ληξιαρχείο και στα σχετικά δημόσια μητρώα, σύμφωνα με τη διαδικασία που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Διαδικασία διαζυγίου όταν υπάρχουν ανήλικα παιδιά

Η ύπαρξη ανήλικων τέκνων είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαδικασία διαζυγίου. Η λύση του γάμου δεν καταργεί τη γονική ιδιότητα ούτε τις υποχρεώσεις των γονέων απέναντι στα παιδιά τους. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να υπάρχει σαφές πλαίσιο ως προς τη γονική μέριμνα και την καθημερινότητα των τέκνων.

Στην περίπτωση συναινετικού διαζυγίου, το άρθρο 1441 ΑΚ απαιτεί να ρυθμίζονται η κατανομή της γονικής μέριμνας και ιδίως η επιμέλεια των τέκνων, ο τόπος διαμονής τους, ο γονέας με τον οποίο θα διαμένουν, η επικοινωνία με τον άλλο γονέα και η διατροφή τους. Η σχετική συμφωνία έχει ελάχιστη διάρκεια δύο ετών και, με βάση την ισχύουσα διάταξη, παρατείνεται αυτοδικαίως εκτός εάν ένας γονέας γνωστοποιήσει εγγράφως ότι δεν επιθυμεί την παράτασή της.

Η ρύθμιση των ζητημάτων αυτών χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Ασαφείς διατυπώσεις σχετικά με τις ημέρες και ώρες επικοινωνίας, τις διακοπές, τα έξοδα του παιδιού ή τον τόπο διαμονής μπορούν να αποτελέσουν πηγή νέων διαφορών μετά το διαζύγιο.

Όταν δεν υπάρχει συμφωνία, τα ζητήματα που αφορούν τα παιδιά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής δικαστικής κρίσης. Αυτό σημαίνει ότι η λύση του γάμου και η ρύθμιση της γονικής σχέσης είναι στενά συνδεδεμένα στην πράξη, χωρίς όμως να αποτελούν πάντοτε το ίδιο ακριβώς νομικό αντικείμενο.

Τι είναι το διαζύγιο λόγω ισχυρού κλονισμού;

Όταν δεν υπάρχει συναίνεση, η διαδικασία διαζυγίου μπορεί να στηριχθεί στον ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης. Σύμφωνα με το άρθρο 1439 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο εφόσον οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονιστεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά τον εναγόμενο ή και τους δύο συζύγους, ώστε η συνέχιση της έγγαμης σχέσης να είναι βάσιμα αφόρητη για τον ενάγοντα.

Ο νόμος προβλέπει περιπτώσεις στις οποίες ο ισχυρός κλονισμός τεκμαίρεται, εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδείξει το αντίθετο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η διγαμία ή μοιχεία, η εγκατάλειψη διγαμία ή η μοιχεία, η εγκατάλειψη, η επιβουλή της ζωής του άλλου συζύγου και η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας.

Στην αγωγή πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται το αίτημα. Ανάλογα με την υπόθεση, μπορεί να χρησιμοποιηθούν έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις και άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα. Η κατάλληλη επιλογή της νομικής βάσης και η επαρκής τεκμηρίωση των ισχυρισμών έχουν καθοριστική σημασία για την εξέλιξη της υπόθεσης.

Διαδικασία διαζυγίου λόγω διετούς διάστασης

Ιδιαίτερη σημασία στην πράξη έχει η διαδικασία διαζυγίου όταν οι σύζυγοι βρίσκονται ήδη σε μακροχρόνια διάσταση. Το άρθρο 1439 ΑΚ προβλέπει ότι όταν η διάσταση διαρκεί συνεχώς τουλάχιστον δύο χρόνια, ο ισχυρός κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα. Αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι ο άλλος σύζυγος ήταν υπαίτιος για τον κλονισμό του γάμου.

Η συμπλήρωση της διετίας εξετάζεται κατά τον χρόνο της συζήτησης της αγωγής. Μικρές διακοπές της διάστασης, εφόσον έγιναν στο πλαίσιο μιας προσπάθειας αποκατάστασης της σχέσης, δεν διακόπτουν αναγκαστικά τον υπολογισμό του σχετικού χρόνου.

Η διετής διάσταση δεν σημαίνει ότι μετά τη συμπλήρωση δύο ετών ο γάμος λύνεται αυτομάτως. Εξακολουθεί να απαιτείται άσκηση αγωγής, δικαστική συζήτηση και έκδοση της σχετικής απόφασης. Η διετία αφορά τη νομική θεμελίωση του ισχυρού κλονισμού και όχι μια αυτόματη διοικητική διαδικασία λύσης του γάμου.

Πώς ξεκινά η διαδικασία διαζυγίου κατ’ αντιδικία;

Η διαδικασία διαζυγίου κατ’ αντιδικία ξεκινά με την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών από τον δικηγόρο και την επιλογή της κατάλληλης νομικής βάσης. Ακολουθεί η σύνταξη και κατάθεση της αγωγής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου και η νόμιμη επίδοσή της στον άλλο σύζυγο.

Η αγωγή πρέπει να περιλαμβάνει τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται το αίτημα για λύση του γάμου. Σε περίπτωση ισχυρού κλονισμού, πρέπει να περιγραφούν οι συνθήκες που κατέστησαν αφόρητη τη συνέχιση της έγγαμης σχέσης. Σε περίπτωση διετούς διάστασης, ιδιαίτερη σημασία έχει η απόδειξη της διάρκειας και της πραγματικής κατάστασης της διάστασης.

Μετά τον προσδιορισμό και τη συζήτηση της υπόθεσης, το δικαστήριο αξιολογεί τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία και εκδίδει απόφαση. Οι υποθέσεις διαζυγίου υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών.

Ο απαιτούμενος χρόνος δεν μπορεί να προβλεφθεί με ακρίβεια για κάθε υπόθεση, καθώς επηρεάζεται από τον φόρτο του αρμόδιου δικαστηρίου, την πολυπλοκότητα της διαφοράς, τις διαδικαστικές ενέργειες των μερών, ενδεχόμενες αναβολές και την άσκηση ένδικων μέσων.

Είναι υποχρεωτική η διαμεσολάβηση πριν από το διαζύγιο;

Η ίδια η αγωγή με αντικείμενο τη λύση του γάμου δεν υπάγεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης. Ο Ν. 4640/2019 εξαιρεί από τη συγκεκριμένη υποχρέωση ορισμένες γαμικές διαφορές, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και το διαζύγιο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαμεσολάβηση δεν μπορεί να έχει πρακτική αξία σε μια οικογενειακή διαφορά. Σε ζητήματα στα οποία τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης και ο νόμος επιτρέπει συμβιβαστική ρύθμιση, η διαμεσολάβηση μπορεί να συμβάλει στην αναζήτηση μιας κοινά αποδεκτής λύσης.

Η διάκριση είναι σημαντική: άλλο η υποχρεωτική αρχική συνεδρία που προβλέπει ο νόμος για συγκεκριμένες κατηγορίες διαφορών και άλλο η εθελοντική προσφυγή σε διαμεσολάβηση ως μέσο επίλυσης επιμέρους οικογενειακών ή οικονομικών διαφορών.

Τι συμβαίνει με την περιουσία κατά τη διαδικασία διαζυγίου;

Ένα από τα συχνότερα λάθη είναι η αντίληψη ότι η διαδικασία διαζυγίου διανέμει αυτομάτως την περιουσία των συζύγων. Στην πραγματικότητα, η λύση του γάμου δεν συνεπάγεται από μόνη της αυτόματη διανομή κάθε περιουσιακού στοιχείου ούτε τα ακίνητα ή οι τραπεζικοί λογαριασμοί μοιράζονται υποχρεωτικά κατά το ήμισυ.

Κάθε περιουσιακό ζήτημα πρέπει να εξετάζεται με βάση τον τρόπο κτήσης των περιουσιακών στοιχείων, τους τίτλους ιδιοκτησίας, τις κοινές ή προσωπικές υποχρεώσεις και τις ενδεχόμενες αξιώσεις μεταξύ των συζύγων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άρθρου 1400 ΑΚ, η οποία υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορεί να γεννηθεί όταν κατά τη διάρκεια του γάμου αυξήθηκε η περιουσία του ενός συζύγου και ο άλλος συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή.

Επομένως, πριν υπογραφεί οποιοδήποτε συμφωνητικό που περιέχει παραιτήσεις ή οριστική διευθέτηση οικονομικών αξιώσεων, χρειάζεται να έχει προηγηθεί πλήρης νομική αξιολόγηση. Μια συμφωνία που φαίνεται πρακτική κατά τη στιγμή του χωρισμού μπορεί να έχει σοβαρές περιουσιακές συνέπειες αργότερα.

Τι γίνεται με την οικογενειακή στέγη κατά τη διαδικασία διαζυγίου και μετά;

Κατά τη διαδικασία διαζυγίου μπορεί να προκύψει ζήτημα σχετικά με το ποιος σύζυγος θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί την οικογενειακή κατοικία. Το συγκεκριμένο θέμα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την κυριότητα του ακινήτου.

Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι ένα ακίνητο ανήκει αποκλειστικά στον έναν σύζυγο δεν σημαίνει ότι κάθε ζήτημα χρήσης του κατά τη διάσταση επιλύεται αυτομάτως μόνο βάσει του τίτλου ιδιοκτησίας. Οι οικογενειακές συνθήκες, η ύπαρξη παιδιών και οι ιδιαίτερες ανάγκες των μερών μπορεί να έχουν νομική σημασία.

Για αυτόν τον λόγο, όταν υπάρχει διαφωνία για την οικογενειακή στέγη, είναι σημαντικό να εξετάζεται ξεχωριστά και εγκαίρως, ιδίως εάν η συμβίωση έχει ήδη διακοπεί.

Μπορεί να ζητηθεί διατροφή μετά το διαζύγιο;

Η διατροφή μεταξύ πρώην συζύγων αποτελεί διαφορετικό ζήτημα από τη διατροφή των ανήλικων τέκνων. Η λύση του γάμου δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα του ενός πρώην συζύγου να λαμβάνει διατροφή από τον άλλο.

Ο Αστικός Κώδικας προβλέπει συγκεκριμένες περιπτώσεις και προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να αναγνωριστεί αξίωση διατροφής μετά το διαζύγιο. Συνεπώς, το εάν υπάρχει τέτοια αξίωση εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά και χρειάζεται χωριστή νομική αξιολόγηση.

Αντίστοιχα, η υποχρέωση διατροφής προς τα παιδιά δεν παύει επειδή λύθηκε ο γάμος. Πρόκειται για αυτοτελή υποχρέωση που συνδέεται με τις ανάγκες των τέκνων και τις οικονομικές δυνατότητες των γονέων.

Πόσο διαρκεί η διαδικασία διαζυγίου;

Η διάρκεια που έχει η διαδικασία διαζυγίου εξαρτάται πρωτίστως από τον τρόπο με τον οποίο λύνεται ο γάμος. Στο συναινετικό διαζύγιο ο χρόνος είναι κατά κανόνα μικρότερος, καθώς δεν απαιτείται δικαστική αντιδικία. Πρέπει, ωστόσο, να προηγηθεί η συμφωνία των μερών και να τηρηθεί η δεκαήμερη νόμιμη προθεσμία πριν από την ολοκλήρωση της συμβολαιογραφικής διαδικασίας.

Στο διαζύγιο κατ’ αντιδικία, δεν υπάρχει ένας ενιαίος χρόνος που να μπορεί να δοθεί με ασφάλεια για όλες τις περιπτώσεις. Ο χρόνος εξαρτάται από το δικαστήριο, τον προσδιορισμό της δικασίμου, τις αποδείξεις που χρειάζονται, τυχόν αναβολές, το εύρος των παράλληλων διαφορών και την ενδεχόμενη άσκηση ενδίκων μέσων.

Επομένως, υποσχέσεις για έκδοση ενός κατ’ αντιδικία διαζυγίου μέσα σε συγκεκριμένο αριθμό ημερών ή μηνών χωρίς προηγούμενη εξέταση της υπόθεσης πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη.

Πόσο κοστίζει η διαδικασία διαζυγίου;

Το κόστος που μπορεί να έχει η διαδικασία διαζυγίου διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το είδος της υπόθεσης. Στο συναινετικό διαζύγιο υπάρχουν οι αμοιβές των δύο δικηγόρων και του συμβολαιογράφου, ενώ μπορεί να υπάρχουν πρόσθετες δαπάνες ανάλογα με τις ενέργειες που απαιτούνται.

Στο κατ’ αντιδικία διαζύγιο το κόστος μπορεί να είναι υψηλότερο λόγω της δικαστικής διαδικασίας, της προετοιμασίας της αγωγής, των επιδόσεων, της παράστασης στο δικαστήριο και ενδεχόμενων πρόσθετων ενεργειών ή ενδίκων μέσων.

Δεν είναι επομένως ασφαλές να θεωρείται ότι υπάρχει ένα ενιαίο «κόστος διαζυγίου» για όλες τις υποθέσεις. Η πραγματική οικονομική επιβάρυνση μπορεί να προσδιοριστεί μόνο αφού αξιολογηθεί η συγκεκριμένη περίπτωση.

Χρειάζονται διαφορετικούς δικηγόρους οι δύο σύζυγοι;

Στο συναινετικό διαζύγιο ο νόμος προβλέπει διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο για κάθε σύζυγο. Η πρόβλεψη αυτή έχει ουσιαστικό χαρακτήρα, καθώς κάθε δικηγόρος καλείται να διασφαλίσει ότι ο δικός του εντολέας κατανοεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και τις συνέπειές της.

Η ύπαρξη κοινής επιθυμίας για διαζύγιο δεν σημαίνει ότι οι δύο πλευρές έχουν πάντοτε απολύτως ταυτόσημα συμφέροντα. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν οικονομικές ρυθμίσεις ή συμφωνίες που αφορούν τα παιδιά, κάθε σύζυγος χρειάζεται ανεξάρτητη νομική ενημέρωση κατά τη διαδικασία διαζυγίου.

Στο διαζύγιο με αντιδικία, αντίστοιχα, κάθε πλευρά εκπροσωπείται αυτοτελώς και προβάλλει τις δικές της θέσεις και αποδεικτικά στοιχεία.

Πότε ολοκληρώνεται οριστικά η διαδικασία διαζυγίου;

Η απλή απόφαση των συζύγων να χωρίσουν δεν αρκεί για να λυθεί νομικά ο γάμος. Ούτε η μακροχρόνια διάσταση μετατρέπει αυτομάτως δύο έγγαμους ανθρώπους σε διαζευγμένους.

Στο συναινετικό διαζύγιο, η λύση συνδέεται με τη συμβολαιογραφική πράξη και την προβλεπόμενη καταχώριση στο ληξιαρχείο. Το άρθρο 1441 ΑΚ προβλέπει ότι η λύση του γάμου επέρχεται με την κατάθεση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο όπου έχει καταχωριστεί ο γάμος ή με την αντίστοιχη ηλεκτρονική ενημέρωση σύμφωνα με το ισχύον σύστημα.

Στο δικαστικό διαζύγιο απαιτείται η ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας και η επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαστικής απόφασης κατά τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία. Για τον λόγο αυτό, ο δικηγόρος πρέπει να ενημερώνει τον εντολέα του όχι μόνο για τη δικάσιμο ή την έκδοση της απόφασης, αλλά και για τα επόμενα στάδια που απαιτούνται μέχρι την πλήρη ολοκλήρωση της υπόθεσης.

Τι πρέπει να προσέξει κάποιος πριν ξεκινήσει τη διαδικασία διαζυγίου;

Πριν ξεκινήσει η διαδικασία διαζυγίου, είναι χρήσιμο να έχει γίνει μια συνολική καταγραφή της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης. Όταν υπάρχουν παιδιά, πρέπει να εξεταστεί πώς λειτουργεί ήδη η καθημερινότητά τους, ποιος είναι ο τόπος διαμονής τους και ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες τους. Όταν υπάρχουν κοινά ή ατομικά περιουσιακά στοιχεία, χρειάζεται να υπάρχει σαφής εικόνα για ακίνητα, δάνεια, λογαριασμούς και άλλες οικονομικές υποχρεώσεις.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται πριν από την υπογραφή οποιασδήποτε συμφωνίας. Η επιθυμία να ολοκληρωθεί γρήγορα ένας δύσκολος προσωπικός κύκλος μπορεί να οδηγήσει κάποιον στο να αποδεχθεί όρους χωρίς να έχει εξετάσει τη μελλοντική επίδρασή τους.

Η νομική συμβουλή πριν από την έναρξη της διαδικασίας επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να γνωρίζει ποια επιλογή είναι καταλληλότερη, ποια δικαιώματα διαθέτει και ποια ζητήματα χρειάζονται άμεση ρύθμιση.

Πώς μπορεί να βοηθήσει στη διαδικασία διαζυγίου η Δικηγόρος στο Αιγάλεω Παρασκευή Βασιλοπούλου;

Η διαδικασία διαζυγίου απαιτεί διαφορετική νομική στρατηγική ανάλογα με το αν πρόκειται για ένα συναινετικό διαζύγιο με πλήρη συμφωνία ή για μια υπόθεση στην οποία έχουν ήδη δημιουργηθεί σημαντικές διαφωνίες. Η Δικηγόρος στο Αιγάλεω Παρασκευή Βασιλοπούλου δραστηριοποιείται στον τομέα του Οικογενειακού Δικαίου, με αντικείμενο μεταξύ άλλων τα διαζύγια, την επιμέλεια τέκνων, τη διατροφή και τις ρυθμίσεις γονικής μέριμνας. Παράλληλα είναι πιστοποιημένη διαμεσολαβήτρια.

Σε μια συναινετική υπόθεση μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο της συμφωνίας, να ενημερώσει τον εντολέα της για τις συνέπειες των όρων που πρόκειται να αποδεχθεί και να αναλάβει τις απαιτούμενες ενέργειες για την ολοκλήρωση του διαζυγίου. Όταν υπάρχουν παιδιά, μπορεί να συμβάλει στη νομικά ορθή διατύπωση των συμφωνιών που αφορούν τη γονική μέριμνα, την επιμέλεια, την επικοινωνία, τη διαμονή και τη διατροφή.

Όταν δεν είναι εφικτή η συναινετική λύση, η Παρασκευή Βασιλοπούλου μπορεί να εξετάσει τη νομική βάση της αγωγής διαζυγίου, να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να εκπροσωπήσει τον εντολέα της στη δικαστική διαδικασία. Η ενασχόλησή της με το Οικογενειακό Δίκαιο περιλαμβάνει τόσο το συναινετικό διαζύγιο όσο και ζητήματα που συνδέονται με το διαζύγιο κατ’ αντιδικία.

Ιδιαίτερη αξία έχει η συνολική αντιμετώπιση της υπόθεσης. Ένα διαζύγιο μπορεί να συνοδεύεται από ζητήματα περιουσίας, διατροφής, γονικής μέριμνας ή χρήσης της οικογενειακής στέγης τα οποία χρειάζεται να εξεταστούν παράλληλα, ώστε ο ενδιαφερόμενος να γνωρίζει από την αρχή τις πραγματικές νομικές συνέπειες των επιλογών του.

Γενικά, η διαδικασία διαζυγίου δεν είναι ίδια για κάθε ζευγάρι. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει πλήρης συμφωνία και το διαζύγιο μπορεί να ολοκληρωθεί συναινετικά, ακόμη και μέσω της ψηφιακής διαδικασίας. Σε άλλες, η έλλειψη συναίνεσης, η ύπαρξη σημαντικών διαφωνιών ή η ανάγκη προστασίας συγκεκριμένων δικαιωμάτων καθιστούν αναγκαία τη δικαστική οδό.

Σε κάθε περίπτωση, η λύση του γάμου χρειάζεται να αντιμετωπίζεται συνολικά. Πέρα από το αν θα υπάρξει συμβολαιογραφική πράξη ή δικαστική απόφαση, πρέπει να εξετάζονται εγκαίρως τα θέματα που αφορούν τα παιδιά, την οικονομική κατάσταση των συζύγων, την περιουσία, τη διατροφή και την οικογενειακή στέγη.

Η σωστή νομική καθοδήγηση από τα πρώτα στάδια μπορεί να αποτρέψει λανθασμένες επιλογές, ασαφείς συμφωνίες και νέες αντιδικίες στο μέλλον. Έτσι, η διαδικασία διαζυγίου μπορεί να οργανωθεί με τρόπο που να προστατεύει ουσιαστικά τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου και να δημιουργεί ένα όσο το δυνατόν σαφέστερο νομικό πλαίσιο για την επόμενη περίοδο της ζωής του.