Παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό: Τι ισχύει σήμερα
Η παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό στάδιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς η κατακύρωση ενός ακινήτου στον υπερθεματιστή δεν συνεπάγεται πάντοτε ότι αυτός αποκτά αυτομάτως και τη φυσική κατοχή του. Στην πράξη, το ακίνητο μπορεί να εξακολουθεί να κατοικείται ή να χρησιμοποιείται από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, μέλη της οικογένειάς του, μισθωτή ή άλλο πρόσωπο. Για τον λόγο αυτό, η απόκτηση του εμπράγματου δικαιώματος και η πραγματική παράδοση του ακινήτου αποτελούν δύο διαφορετικά ζητήματα, τα οποία πρέπει να εξετάζονται χωριστά.
Η διαδικασία ρυθμίζεται κατά κύριο λόγο από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα από τις διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα άρθρα 1005 και 943 ΚΠολΔ, καθώς καθορίζουν αφενός τα δικαιώματα που αποκτά ο υπερθεματιστής και αφετέρου τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί η αναγκαστική απόδοση του ακινήτου. Επομένως, όποιος αποκτά ένα ακίνητο μέσω πλειστηριασμού χρειάζεται να γνωρίζει ότι η ολοκλήρωση του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού αποτελεί μόνο ένα μέρος της συνολικής διαδικασίας.
Τι συμβαίνει όταν ένα ακίνητο κατακυρωθεί σε πλειστηριασμό;
Κατά τον πλειστηριασμό, το ακίνητο κατακυρώνεται στον υπερθεματιστή, δηλαδή σε εκείνον που αναδεικνύεται πλειοδότης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και του προβλεπόμενου τέλους χρήσης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού χορηγεί στον υπερθεματιστή την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφού μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε επί του ακινήτου εκείνος κατά του οποίου έγινε η αναγκαστική εκτέλεση.
Πρόκειται για ιδιαίτερα σημαντική διάκριση του εμπράγματου δικαίου. Ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί αιτία μεταβίβασης στον υπερθεματιστή του δικαιώματος που είχε ο καθ’ ου η εκτέλεση και δεν δημιουργεί ένα εντελώς νέο δικαίωμα ανεξάρτητα από τη νομική κατάσταση του ακινήτου. Για τον λόγο αυτό, ο προηγούμενος νομικός έλεγχος του ακινήτου έχει ιδιαίτερη σημασία για κάθε ενδιαφερόμενο που σκοπεύει να συμμετάσχει σε πλειστηριασμό.
Παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό και περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης
Κεντρικό ρόλο στην παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό διαδραματίζει η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ. 2 ΚΠολΔ, η περίληψη αυτή αποτελεί εκτελεστό τίτλο. Αυτό σημαίνει ότι ο υπερθεματιστής δεν είναι υποχρεωμένος να αποκτήσει προηγουμένως μία νέα δικαστική απόφαση αποκλειστικά και μόνο για να στηρίξει την αναγκαστική απόδοση του ακινήτου στις περιπτώσεις που καλύπτονται από τη συγκεκριμένη διάταξη.
Με βάση την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 943 ΚΠολΔ υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να στραφεί κατά του προσώπου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, των διαδόχων του υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, καθώς και εκείνου που νέμεται ή κατέχει το πράγμα στο όνομά τους. Επομένως, η κατακυρωτική έκθεση δεν έχει μόνο αποδεικτική σημασία για την απόκτηση του ακινήτου, αλλά αποτελεί και τη νομική βάση για την περαιτέρω διαδικασία αναγκαστικής παράδοσης.
Η κατακύρωση σημαίνει ότι γίνεται αυτομάτως παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό;
Ένα από τα συχνότερα σημεία σύγχυσης είναι η αντίληψη ότι με την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού ο νέος κύριος αποκτά αυτομάτως και την πραγματική κατοχή του ακινήτου. Στην πραγματικότητα, η νομική κτήση του δικαιώματος και η φυσική παράδοση δεν ταυτίζονται. Εάν το ακίνητο είναι ήδη κενό και ο προηγούμενος κάτοχος συνεργάζεται, η διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Εάν όμως εξακολουθεί να κατοικείται ή να χρησιμοποιείται, μπορεί να απαιτηθούν πρόσθετες ενέργειες.
Η παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό εξαρτάται επομένως σε σημαντικό βαθμό από την πραγματική και νομική κατάσταση που επικρατεί στο ακίνητο. Διαφορετική αντιμετώπιση μπορεί να απαιτείται όταν το ακίνητο κατέχεται από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη και διαφορετική όταν υπάρχει ενεργή μίσθωση ή τρίτος που επικαλείται αυτοτελές δικαίωμα κατοχής.
Τι γίνεται όταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης δεν παραδίδει το ακίνητο;
Εάν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης αρνείται να αποχωρήσει οικειοθελώς, ο υπερθεματιστής έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τον εκτελεστό τίτλο που του παρέχει η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης και να προχωρήσει στη διαδικασία αναγκαστικής απόδοσης. Το άρθρο 943 ΚΠολΔ προβλέπει ότι, όταν υπάρχει υποχρέωση παράδοσης ή απόδοσης ακινήτου, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και εγκαθιστά στο ακίνητο εκείνον υπέρ του οποίου πραγματοποιείται η εκτέλεση.
Η διαδικασία πρέπει να πραγματοποιείται αυστηρά σύμφωνα με τις διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο νέος κύριος δεν νομιμοποιείται να επιχειρήσει αυτοδύναμα την απομάκρυνση του προηγούμενου κατόχου με αυθαίρετες ενέργειες, όπως αλλαγή κλειδαριών ή απομάκρυνση προσωπικών αντικειμένων, χωρίς να έχουν προηγηθεί οι νόμιμες διαδικασίες. Η συνδρομή δικηγόρου και δικαστικού επιμελητή είναι επομένως ιδιαίτερα σημαντική όταν δεν υπάρχει συναινετική παράδοση.
Πώς πραγματοποιείται η αναγκαστική παράδοση του ακινήτου;
Όταν η οικειοθελής απόδοση δεν είναι εφικτή, ακολουθείται η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Αφού πραγματοποιηθούν οι προβλεπόμενες νόμιμες ενέργειες, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να προχωρήσει στην αποβολή του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και στην εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο ακίνητο.
Η πράξη αυτή έχει ιδιαίτερη νομική σημασία, καθώς με αυτήν πραγματοποιείται ουσιαστικά η φυσική παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό στον νέο δικαιούχο. Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει τη σχετική έκθεση εκτέλεσης, στην οποία καταγράφονται οι ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν. Η τήρηση των προβλεπόμενων τύπων είναι ουσιώδης, καθώς οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης υπόκεινται σε συγκεκριμένες δικονομικές προϋποθέσεις και μπορούν, υπό όρους, να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής αμφισβήτησης.
Τι γίνεται με τα προσωπικά αντικείμενα που παραμένουν μέσα στο ακίνητο;
Ιδιαίτερα πρακτικό πρόβλημα προκύπτει όταν κατά την αναγκαστική απόδοση εξακολουθούν να υπάρχουν στο ακίνητο έπιπλα, οικοσκευές ή άλλα κινητά πράγματα του προηγούμενου κατόχου. Ο νέος κύριος δεν μπορεί απλώς να τα θεωρήσει δικά του ή να τα απομακρύνει κατά βούληση.
Το άρθρο 943 ΚΠολΔ περιλαμβάνει ειδικές ρυθμίσεις για τα κινητά πράγματα που βρίσκονται στο ακίνητο αλλά δεν αποτελούν αντικείμενο της εκτέλεσης. Κατά κανόνα, ο δικαστικός επιμελητής τα παραδίδει με απόδειξη στο πρόσωπο κατά του οποίου πραγματοποιείται η εκτέλεση. Εάν αυτό απουσιάζει ή αρνείται να τα παραλάβει, προβλέπονται εναλλακτικές διαδικασίες παράδοσης και, εφόσον αυτές δεν είναι εφικτές, δυνατότητα παράδοσης των κινητών σε μεσεγγυούχο.
Επομένως, η ύπαρξη αντικειμένων στο ακίνητο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ανεπίσημα, καθώς μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες αστικές ή δικονομικές διαφορές.
Τι ισχύει όταν υπάρχει μισθωτής στο ακίνητο;
Η παρουσία μισθωτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ειδικές περιπτώσεις στην παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό. Η ύπαρξη μίσθωσης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο υπερθεματιστής μπορεί να απαιτήσει την άμεση αποχώρηση του μισθωτή. Πρέπει να εξεταστούν η φύση της μίσθωσης, ο χρόνος σύναψής της και οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 1009 ΚΠολΔ.
Με τις νομοθετικές αλλαγές του 2026, το άρθρο 1009 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι όταν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για άσκηση επιχείρησης, ο υπερθεματιστής μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση και αυτή λύεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την καταγγελία. Αντίστοιχη εξάμηνη περίοδος προβλέπεται για μίσθωση κατοικίας, με πρόσθετη προστασία ως προς την ελάχιστη νόμιμη διάρκεια της κατοικίας.
Συνεπώς, η ύπαρξη μισθωτή απαιτεί ιδιαίτερα προσεκτικό νομικό έλεγχο πριν ο υπερθεματιστής προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για την απόδοση του ακινήτου.
Πόσο χρόνο χρειάζεται η παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό;
Δεν υπάρχει ένας ενιαίος χρόνος που να ισχύει για όλες τις περιπτώσεις. Όταν το ακίνητο είναι κενό ή παραδίδεται οικειοθελώς, η φυσική κατοχή μπορεί να περιέλθει στον υπερθεματιστή σχετικά γρήγορα μετά την ολοκλήρωση των απαραίτητων ενεργειών. Αντίθετα, όταν ο προηγούμενος κάτοχος αρνείται να αποχωρήσει, υπάρχει μισθωτική σχέση ή προκύπτει δικαστική αμφισβήτηση, ο απαιτούμενος χρόνος μπορεί να αυξηθεί σημαντικά.
Για τον λόγο αυτό, ένας υποψήφιος υπερθεματιστής δεν θα πρέπει να προγραμματίζει την άμεση ιδιοκατοίκηση, εκμετάλλευση ή μεταπώληση του ακινήτου χωρίς να έχει προηγουμένως εξετάσει την πραγματική κατάσταση κατοχής. Η ύπαρξη ενός ακινήτου στην πλατφόρμα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ότι αυτό θα είναι ελεύθερο προς άμεση χρήση μετά την κατακύρωση.
Τι συμβαίνει με τις εμπράγματες εξασφαλίσεις επί του ακινήτου;
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά τα βάρη που είναι εγγεγραμμένα στο ακίνητο. Σύμφωνα με το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, η καταβολή του πλειστηριάσματος επιφέρει απόσβεση των εμπράγματων εξασφαλίσεων που υπάρχουν επί του ακινήτου και ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψη αυτών. Αν όμως ο πλειστηριασμός ακυρωθεί, οι υποθήκες και προσημειώσεις που εξαλείφθηκαν αναβιώνουν αυτοδικαίως. Η απόκτηση ακινήτου μέσω πλειστηριασμού δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία απλή αγοραπωλησία σε χαμηλότερη τιμή, αλλά ως ειδική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης με συγκεκριμένες έννομες συνέπειες.
Τι ισχύει για οφειλές ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και φυσικού αερίου;
Σημαντική νομοθετική εξέλιξη αποτελεί η ρύθμιση που ενσωματώθηκε στο άρθρο 1005 ΚΠολΔ με τον ν. 5134/2024. Σύμφωνα με αυτήν, διατάξεις που προβλέπουν ότι απαιτήσεις από παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, άρδευσης, ύδρευσης ή φυσικού αερίου βαρύνουν τον ειδικό διάδοχο του κυρίου δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αναγκαστικού δημόσιου πλειστηριασμού.
Η ρύθμιση έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία για τον υπερθεματιστή, καθώς περιορίζει τον κίνδυνο να βρεθεί αντιμέτωπος με απαιτήσεις συγκεκριμένων παροχών που αφορούν τον προηγούμενο κύριο. Ωστόσο, πριν από την ενεργοποίηση ή μεταφορά οποιασδήποτε παροχής, είναι σκόπιμο να εξετάζεται ξεχωριστά η κατάσταση κάθε σύνδεσης και να προσκομίζονται τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απόκτηση μέσω αναγκαστικού πλειστηριασμού.
Ποια έξοδα πρέπει να υπολογίσει ο υπερθεματιστής;
Το οικονομικό κόστος μιας αγοράς μέσω πλειστηριασμού δεν εξαντλείται στο πλειστηρίασμα. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να συνυπολογίζει τις φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις που συνδέονται με την απόκτηση, τα έξοδα καταχώρισης της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, καθώς και τις αμοιβές επαγγελματιών που ενδέχεται να απαιτηθούν.
Εάν χρειαστεί αναγκαστική παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό, μπορεί επίσης να προκύψουν έξοδα δικηγόρου, δικαστικού επιμελητή, τεχνικών εργασιών ή φύλαξης και διαχείρισης κινητών αντικειμένων. Για τον λόγο αυτό, η πραγματική οικονομική αξιολόγηση της αγοράς πρέπει να πραγματοποιείται πριν από την υποβολή προσφοράς και να μην περιορίζεται στην τιμή πρώτης προσφοράς.
Γιατί είναι σημαντικός ο νομικός έλεγχος πριν από τον πλειστηριασμό;
Ο υποψήφιος πλειοδότης πρέπει να γνωρίζει όσο το δυνατόν περισσότερα για το ακίνητο πριν δεσμεύσει σημαντικά κεφάλαια. Ο νομικός έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει την εξέταση των τίτλων, των εγγραφών στο Κτηματολόγιο ή στα αρμόδια βιβλία, των βαρών, των διεκδικήσεων, της κατάσχεσης και της έκθεσης πλειστηριασμού, καθώς και οποιουδήποτε στοιχείου μπορεί να επηρεάσει το δικαίωμα που πρόκειται να αποκτηθεί.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στην κατοχή του ακινήτου. Πριν από την πλειοδοσία είναι σημαντικό, στον βαθμό που αυτό είναι νομικά και πρακτικά εφικτό, να διερευνηθεί αν το ακίνητο είναι κενό, ιδιοκατοικείται, μισθώνεται ή χρησιμοποιείται από τρίτο. Η νομολογία έχει δεχθεί ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός μεταβιβάζει στον υπερθεματιστή το δικαίωμα που είχε ο οφειλέτης και για αυτό η διερεύνηση πιθανών νομικών ελαττωμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία.
Παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό και δικαστικές διαφορές
Η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής αμφισβήτησης. Ανάλογα με την περίπτωση, ο οφειλέτης ή τρίτος που επικαλείται δικαίωμα επί του ακινήτου μπορεί να ασκήσει τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και τηρηθούν οι προβλεπόμενες προθεσμίες.
Η ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας δεν σημαίνει από μόνη της ότι κάθε ενέργεια εκτέλεσης αναστέλλεται αυτομάτως. Το εάν και με ποιον τρόπο επηρεάζεται η διαδικασία πρέπει να εξετάζεται με βάση το συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα, το στάδιο της εκτέλεσης και τυχόν δικαστική απόφαση περί αναστολής. Γι’ αυτό και σε περιπτώσεις αντιδικίας απαιτείται εξατομικευμένος νομικός έλεγχος.
Ο ρόλος του δικηγόρου στην παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό
Η παρουσία δικηγόρου είναι ιδιαίτερα σημαντική τόσο πριν από τη συμμετοχή στον πλειστηριασμό όσο και μετά την κατακύρωση. Ο δικηγόρος μπορεί να πραγματοποιήσει έλεγχο τίτλων και βαρών, να εξετάσει τη νομική κατάσταση του ακινήτου και τυχόν μισθώσεις ή δικαιώματα τρίτων, να αξιολογήσει πιθανούς δικονομικούς κινδύνους και να οργανώσει τις απαιτούμενες ενέργειες για την απόδοση της κατοχής.
Εφόσον δεν πραγματοποιείται οικειοθελής παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό, ο δικηγόρος μπορεί να συντονίσει τις απαραίτητες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε συνεργασία με τον δικαστικό επιμελητή και να αντιμετωπίσει τυχόν ανακοπές ή άλλες δικαστικές ενέργειες. Η έγκαιρη νομική καθοδήγηση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ένα λάθος σε αυτό το στάδιο μπορεί να προκαλέσει καθυστέρηση, πρόσθετο κόστος ή ακόμη και δικαστική αντιδικία.
Για υποθέσεις που αφορούν την παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό, η Δικηγόρος Παρασκευή Βασιλοπούλου μπορεί να παρέχει εξατομικευμένη νομική καθοδήγηση, από τον έλεγχο της υπόθεσης έως τη διεκπεραίωση των απαιτούμενων νομικών ενεργειών.
Τι πρέπει να προσέξει κάποιος πριν αγοράσει ακίνητο σε πλειστηριασμό;
Η ελκυστική τιμή ενός ακινήτου δεν θα πρέπει να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο συμμετοχής σε έναν πλειστηριασμό. Πριν από την υποβολή προσφοράς είναι απαραίτητο να αξιολογηθούν η νομική κατάσταση του ακινήτου, τα εμπράγματα δικαιώματα που πρόκειται να αποκτηθούν, η πραγματική κατάσταση κατοχής, η ύπαρξη μίσθωσης, τα πιθανά πολεοδομικά ζητήματα και το συνολικό κόστος που θα απαιτηθεί μέχρι το ακίνητο να μπορεί πράγματι να χρησιμοποιηθεί ή να αξιοποιηθεί.
Εξίσου σημαντικό είναι να υπολογιστεί το ενδεχόμενο να μην πραγματοποιηθεί άμεσα η παράδοση. Ένα ακίνητο μπορεί να αποτελεί οικονομικά ενδιαφέρουσα επιλογή, αλλά η ανάγκη αναγκαστικής απόδοσης, η ύπαρξη μίσθωσης ή μία δικαστική διαφορά μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τόσο τον χρόνο όσο και το συνολικό κόστος της επένδυσης.
Τι πρέπει να γνωρίζει ο προηγούμενος ιδιοκτήτης;
Από την άλλη πλευρά, ο καθ’ ου η εκτέλεση πρέπει να γνωρίζει ότι μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος από τον υπερθεματιστή δεν μπορεί να θεωρεί ότι διατηρεί επ’ αόριστον δικαίωμα κατοχής του ακινήτου μόνο και μόνο επειδή εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα σε αυτό. Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο και μπορεί, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, να χρησιμοποιηθεί για την αναγκαστική απόδοση του ακινήτου.
Εάν υπάρχουν λόγοι αμφισβήτησης της διαδικασίας ή δικαιώματα που θεωρεί ότι πρέπει να προστατευθούν, είναι σημαντικό να απευθυνθεί εγκαίρως σε δικηγόρο. Οι διαδικασίες της αναγκαστικής εκτέλεσης χαρακτηρίζονται από αυστηρούς τύπους και προθεσμίες και, επομένως, η καθυστέρηση στη λήψη νομικών μέτρων μπορεί να έχει ουσιώδεις συνέπειες.
Τελικά, η παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό είναι μια διαδικασία που δεν ολοκληρώνεται απαραίτητα την ημέρα κατά την οποία ένας ενδιαφερόμενος αναδεικνύεται υπερθεματιστής. Μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος ακολουθεί η έκδοση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και η απαιτούμενη καταχώρισή της, ενώ στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί εάν το ακίνητο θα παραδοθεί οικειοθελώς ή θα απαιτηθεί αναγκαστική απόδοση.
Όταν το ακίνητο εξακολουθεί να κατέχεται από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη ή άλλο πρόσωπο, η νομοθεσία παρέχει στον υπερθεματιστή συγκεκριμένα μέσα για την προστασία του δικαιώματός του. Παράλληλα, όμως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τυχόν μισθωτικές σχέσεις, δικαιώματα τρίτων και δικονομικές εκκρεμότητες. Για αυτόν τον λόγο, τόσο πριν από τη συμμετοχή σε έναν πλειστηριασμό όσο και κατά τη διαδικασία παράδοσης του ακινήτου, ο εξειδικευμένος νομικός έλεγχος αποτελεί σημαντικό μέσο περιορισμού του κινδύνου και διασφάλισης των συμφερόντων του ενδιαφερομένου.
Για οποιαδήποτε απορία σχετικά με την παράδοση ακινήτου μετά από πλειστηριασμό, η Δικηγόρος Παρασκευή Βασιλοπούλου μπορεί να παρέχει νομική καθοδήγηση, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε υπόθεσης.