Συναινετικό διαζύγιο και περιουσία: Τι ισχύει σήμερα

Το θέμα συναινετικό διαζύγιο και περιουσία είναι ένα από τα πιο συχνά και πρακτικά σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τα ζευγάρια όταν αποφασίζουν να λύσουν τον γάμο τους με ήπιο, οργανωμένο και νομικά ασφαλή τρόπο.

Σήμερα, το συναινετικό διαζύγιο στην Ελλάδα δεν εκδίδεται με δικαστική απόφαση, όπως συνέβαινε παλαιότερα, αλλά ολοκληρώνεται με συμβολαιογραφική πράξη, έπειτα από συμφωνία των συζύγων και με υποχρεωτική παράσταση πληρεξούσιου δικηγόρου για κάθε πλευρά.

Η διαδικασία μπορεί να πραγματοποιηθεί και ψηφιακά, μέσω της υπηρεσίας του άυλου συναινετικού διαζυγίου, γεγονός που έχει απλοποιήσει σημαντικά το πρακτικό σκέλος της λύσης του γάμου. Ωστόσο, η ευκολία της διαδικασίας δεν σημαίνει ότι όλα τα θέματα που απορρέουν από τον γάμο λύνονται αυτομάτως.

Αντίθετα, η περιουσία, τα κοινά ακίνητα, τα δάνεια, οι τραπεζικοί λογαριασμοί, οι οικογενειακές επιχειρήσεις, η διατροφή, η χρήση της οικογενειακής στέγης και οι αξιώσεις συμμετοχής στα αποκτήματα απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, σαφείς συμφωνίες και ορθή νομική αποτύπωση.

Συναινετικό διαζύγιο και περιουσία: Η βασική διάκριση που πρέπει να γνωρίζετε

Η πρώτη και σημαντικότερη διευκρίνιση είναι ότι το συναινετικό διαζύγιο λύνει τον γάμο, αλλά δεν επιφέρει από μόνο του αυτόματη διανομή της περιουσίας των συζύγων. Το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο δεν υιοθετεί γενικό σύστημα κοινοκτημοσύνης επί της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, εκτός εάν οι σύζυγοι έχουν επιλέξει ειδικό περιουσιακό καθεστώς με νόμιμο τρόπο.

Κατά κανόνα, ο κάθε σύζυγος διατηρεί την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στο όνομά του. Έτσι, ένα ακίνητο που έχει αγοραστεί και μεταγραφεί αποκλειστικά στο όνομα του ενός συζύγου παραμένει ιδιοκτησία του, ακόμη και μετά το διαζύγιο. Αντίστοιχα, τραπεζικοί λογαριασμοί, μετοχές, οχήματα ή επιχειρηματικά μερίδια που ανήκουν τυπικά στον έναν σύζυγο δεν μεταβιβάζονται αυτομάτως στον άλλον λόγω της λύσης του γάμου.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο άλλος σύζυγος δεν μπορεί να έχει αξιώσεις. Το κρίσιμο σημείο στο θέμα συναινετικό διαζύγιο και περιουσία είναι η διάκριση ανάμεσα στην εμπράγματη κυριότητα και στις ενοχικές αξιώσεις που μπορεί να γεννηθούν από τη συμβολή του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου.

Με απλά λόγια, άλλο είναι ποιος εμφανίζεται ως κύριος ενός ακινήτου στο Κτηματολόγιο ή στο Υποθηκοφυλακείο και άλλο εάν ο άλλος σύζυγος μπορεί να αποδείξει ότι συνέβαλε οικονομικά, προσωπικά ή με άλλο τρόπο στην απόκτηση ή την επαύξηση αυτής της περιουσίας.

Για τον λόγο αυτό, πριν από την υπογραφή της συμβολαιογραφικής πράξης διαζυγίου, είναι κρίσιμο να εξετάζεται όχι μόνο η τυπική ιδιοκτησία, αλλά και η πραγματική οικονομική συμβολή κάθε πλευράς κατά τη διάρκεια του γάμου.

Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα μετά το συναινετικό διαζύγιο

Κεντρικός θεσμός στο ελληνικό οικογενειακό δίκαιο είναι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1400 του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με τη βασική λογική του θεσμού, εάν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί από τότε που τελέστηκε ο γάμος, ο άλλος σύζυγος μπορεί να αξιώσει συμμετοχή στην αύξηση αυτή, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο.

Η συμβολή μπορεί να είναι άμεση, όπως η καταβολή χρημάτων για την αγορά ακινήτου, η συμμετοχή στην αποπληρωμή δανείου ή η χρηματοδότηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Μπορεί, όμως, να είναι και έμμεση, όπως η ανάληψη της φροντίδας του σπιτιού, η ανατροφή των τέκνων, η υποστήριξη της επαγγελματικής εξέλιξης του άλλου συζύγου ή η παροχή εργασίας χωρίς αντίστοιχη αμοιβή σε οικογενειακή επιχείρηση.

Στην πράξη, η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα είναι μία από τις πιο ουσιώδεις πτυχές που πρέπει να εξεταστούν όταν συζητείται το συναινετικό διαζύγιο και περιουσία. Η αξίωση αυτή δεν ταυτίζεται με τη διανομή κοινής περιουσίας ούτε δημιουργεί αυτοδικαίως συγκυριότητα σε συγκεκριμένο ακίνητο. Πρόκειται κυρίως για χρηματική αξίωση, η οποία υπολογίζεται με βάση την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου και τη συμβολή του δικαιούχου.

Ο νόμος προβλέπει τεκμήριο συμβολής κατά το ένα τρίτο της αύξησης, εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη, μικρότερη ή μηδενική συμβολή.

Από την αύξηση της περιουσίας δεν υπολογίζονται, κατά κανόνα, όσα αποκτήθηκαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία, καθώς και όσα προέρχονται από διάθεση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων.

Επομένως, ένα κληρονομιαίο ακίνητο που περιήλθε στον έναν σύζυγο κατά τη διάρκεια του γάμου δεν εντάσσεται αυτομάτως στα αποκτήματα, εκτός εάν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις, όπως επενδύσεις, ανακαινίσεις ή αύξηση αξίας που χρηματοδοτήθηκαν με κοινή ή αποδεδειγμένη συμβολή.

Συναινετικό διαζύγιο και περιουσία: Κοινά ακίνητα, στεγαστικά δάνεια και οικογενειακή στέγη

Ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα συναινετικό διαζύγιο και περιουσία έχουν τα ακίνητα που έχουν αποκτηθεί από κοινού ή χρησιμεύουν ως οικογενειακή στέγη. Όταν ένα ακίνητο ανήκει και στους δύο συζύγους κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου, η λύση του γάμου δεν μεταβάλλει από μόνη της τη συγκυριότητα. Οι πρώην σύζυγοι εξακολουθούν να είναι συγκύριοι κατά τα ποσοστά που αναγράφονται στον τίτλο κτήσης, εκτός εάν συμφωνήσουν μεταβίβαση ποσοστού, πώληση σε τρίτο, διανομή ή άλλη περιουσιακή ρύθμιση.

Η συμφωνία αυτή πρέπει να λάβει τον κατάλληλο συμβολαιογραφικό τύπο όταν αφορά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου και να καταχωριστεί στο αρμόδιο Κτηματολόγιο ή Υποθηκοφυλακείο, ώστε να παραγάγει πλήρη έννομα αποτελέσματα.

Στην περίπτωση στεγαστικού δανείου, απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή, διότι η εσωτερική συμφωνία των συζύγων δεν δεσμεύει αυτομάτως την τράπεζα. Εάν και οι δύο έχουν υπογράψει ως συνοφειλέτες ή ο ένας ως εγγυητής, η υποχρέωση έναντι του πιστωτικού ιδρύματος παραμένει, ακόμη και αν στη συμφωνία διαζυγίου προβλεφθεί ότι τις δόσεις θα καταβάλλει αποκλειστικά ο ένας. Για να απαλλαγεί πλήρως ο άλλος από την τραπεζική υποχρέωση, απαιτείται συναίνεση της τράπεζας και ενδεχομένως τροποποίηση της δανειακής σύμβασης.

Επομένως, μία συμφωνία που ρυθμίζει ποιος θα κατοικεί στο ακίνητο, ποιος θα πληρώνει τις δόσεις, ποιος θα επιβαρύνεται με ΕΝΦΙΑ, κοινόχρηστα, ασφάλιστρα και έξοδα συντήρησης είναι χρήσιμη μεταξύ των μερών, αλλά δεν αρκεί πάντοτε για να μεταβάλει τις σχέσεις τους με τρίτους.

Περιουσιακές συμφωνίες στο συναινετικό διαζύγιο

Στο συναινετικό διαζύγιο οι σύζυγοι έχουν τη δυνατότητα να καταρτίσουν παράλληλες ή ενσωματωμένες συμφωνίες που ρυθμίζουν τις μεταξύ τους περιουσιακές εκκρεμότητες. Μπορούν, για παράδειγμα, να συμφωνήσουν ότι ο ένας θα μεταβιβάσει στον άλλον ποσοστό ακινήτου, ότι ένα κοινό ακίνητο θα πωληθεί και το τίμημα θα διανεμηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο, ότι ο ένας θα αναλάβει την αποπληρωμή ορισμένου δανείου ή ότι δεν υφίστανται περαιτέρω οικονομικές αξιώσεις μεταξύ τους.

Ωστόσο, τέτοιες δηλώσεις πρέπει να διατυπώνονται με εξαιρετική ακρίβεια, διότι μπορεί να επηρεάσουν μεταγενέστερες αξιώσεις και να δημιουργήσουν ζητήματα ερμηνείας.

Μία γενική φράση περί «πλήρους και ολοσχερούς τακτοποίησης κάθε οικονομικής εκκρεμότητας» μπορεί να θεωρηθεί παραίτηση από αξιώσεις, εφόσον πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις και προκύπτει σαφής βούληση των μερών.

Για τον λόγο αυτό, το θέμα συναινετικό διαζύγιο και περιουσία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τυπική λεπτομέρεια της διαδικασίας.

Η συμφωνία διαζυγίου πρέπει να συντάσσεται αφού προηγηθεί πλήρης καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων, των τραπεζικών υποχρεώσεων, των επαγγελματικών συμμετοχών, των απαιτήσεων, των οφειλών και των τυχόν εγγυήσεων. Ιδίως όταν υπάρχει σημαντική περιουσία, επιχείρηση, ακίνητα μεγάλης αξίας ή περίπλοκη χρηματοδότηση, είναι σκόπιμο να υπάρχει όχι μόνο νομικός, αλλά και φορολογικός και λογιστικός έλεγχος.

Η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων μπορεί να συνεπάγεται φόρους, τέλη, συμβολαιογραφικά έξοδα, κτηματολογικά δικαιώματα και άλλες επιβαρύνσεις, οι οποίες πρέπει να υπολογιστούν πριν από την τελική συμφωνία.

Τέκνα, διατροφή και οικονομικές υποχρεώσεις

Όταν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, το συναινετικό διαζύγιο προϋποθέτει υποχρεωτικά συμφωνία των γονέων για ζητήματα γονικής μέριμνας, επιμέλειας, τόπου διαμονής, επικοινωνίας και διατροφής.

Οι οικονομικές υποχρεώσεις που σχετίζονται με τα τέκνα δεν ταυτίζονται με την περιουσιακή εκκαθάριση μεταξύ των συζύγων. Η διατροφή ανήλικου τέκνου αποτελεί αυτοτελή υποχρέωση των γονέων, ανάλογη με τις δυνάμεις τους και τις ανάγκες του τέκνου, και αποβλέπει στην κάλυψη δαπανών διαβίωσης, εκπαίδευσης, υγείας, ένδυσης, ψυχαγωγίας και γενικότερης ανάπτυξης. Επομένως, ακόμη και αν οι σύζυγοι συμφωνήσουν ότι δεν έχουν μεταξύ τους οικονομικές αξιώσεις, η ρύθμιση αυτή δεν καταργεί την υποχρέωση διατροφής των τέκνων.

Η σύνδεση ανάμεσα στο θέμα συναινετικό διαζύγιο και περιουσία γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν η οικογενειακή στέγη χρησιμοποιείται για τη διαμονή των παιδιών. Είναι συχνό να συμφωνείται ότι ο γονέας με τον οποίο διαμένουν κυρίως τα τέκνα θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί την κατοικία, ακόμη και αν αυτή ανήκει εν όλω ή εν μέρει στον άλλον σύζυγο.

Μια τέτοια ρύθμιση πρέπει να προσδιορίζει τη διάρκεια της χρήσης, τις οικονομικές επιβαρύνσεις, τη σχέση με τυχόν μίσθωμα ή αντάλλαγμα και τον τρόπο αντιμετώπισης εξόδων συντήρησης.

Η ασάφεια σε τέτοια ζητήματα μπορεί να δημιουργήσει μελλοντικές συγκρούσεις, ιδίως όταν αλλάξουν οι οικονομικές συνθήκες, όταν ενηλικιωθούν τα τέκνα ή όταν ένας από τους πρώην συζύγους επιθυμήσει να πωλήσει ή να αξιοποιήσει το ακίνητο.

Συναινετικό διαζύγιο και περιουσία: Τραπεζικοί λογαριασμοί, κινητά πράγματα και οικογενειακή επιχείρηση

Πέρα από τα ακίνητα, σημαντικό μέρος της περιουσιακής ρύθμισης αφορά τους τραπεζικούς λογαριασμούς, τα οχήματα, τα οικογενειακά αντικείμενα, τον εξοπλισμό κατοικίας και τις επαγγελματικές δραστηριότητες. Οι κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί μπορεί να δημιουργούν πρακτικές δυσκολίες, ιδίως όταν δεν είναι σαφές ποιος κατέθεσε τα χρήματα, ποιος τα χρησιμοποιούσε και για ποιον σκοπό. Η ύπαρξη συνδικαιούχου σε λογαριασμό δεν λύνει από μόνη της όλα τα ζητήματα, καθώς μπορεί να ανακύψουν αξιώσεις από την εσωτερική σχέση των συζύγων.

Για τον λόγο αυτό, κατά τη λύση του γάμου είναι σκόπιμο να συμφωνείται η τύχη των κοινών λογαριασμών, η ανάληψη ή διανομή υπολοίπων και η παύση κοινών οικονομικών εργαλείων, όπως πιστωτικές κάρτες ή κοινές πάγιες εντολές.

Ακόμη πιο σύνθετα είναι τα ζητήματα όταν υπάρχει οικογενειακή επιχείρηση ή όταν ο ένας σύζυγος εργάστηκε για χρόνια στην επιχείρηση του άλλου χωρίς τυπική αμοιβή ή με αμοιβή χαμηλότερη της πραγματικής συμβολής του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το θέμα συναινετικό διαζύγιο και περιουσία μπορεί να συνδέεται με εταιρικά μερίδια, άυλη εμπορική αξία, πελατολόγιο, υπεραξία, λογιστικά στοιχεία και αποδείξεις πραγματικής εργασιακής ή οικονομικής συνεισφοράς.

Η ορθή νομική προσέγγιση απαιτεί έλεγχο τόσο του οικογενειακού όσο και του εταιρικού δικαίου, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπάρχει αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, απαίτηση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, σύμβαση εργασίας, εταιρική σχέση ή άλλη έννομη βάση.

Η σημασία της προσεκτικής διατύπωσης και της νομικής καθοδήγησης όταν μιλάμε για συναινετικό διαζύγιο και περιουσία

Το βασικό πλεονέκτημα του συναινετικού διαζυγίου είναι ότι επιτρέπει στους συζύγους να αποφύγουν μία μακρά και συγκρουσιακή δικαστική διαδικασία. Αυτό, όμως, προϋποθέτει ότι η συναίνεση είναι πραγματική, ενημερωμένη και νομικά θωρακισμένη.

Κάθε σύζυγος πρέπει να έχει τον δικό του δικηγόρο, όχι μόνο επειδή αυτό απαιτείται από τη διαδικασία, αλλά και επειδή τα συμφέροντα των δύο πλευρών ενδέχεται να διαφοροποιούνται, ακόμη και όταν υπάρχει καλό κλίμα.

Ο δικηγόρος οφείλει να εξηγήσει τις συνέπειες της συμφωνίας, να εντοπίσει πιθανές παγίδες, να διασφαλίσει ότι δεν υπάρχουν αόριστες ή αντιφατικές ρήτρες και να προστατεύσει τον εντολέα του από απώλεια δικαιωμάτων που δεν έχει συνειδητοποιήσει πλήρως.

Στην πράξη, πολλές διαφορές μετά το διαζύγιο δεν προκύπτουν επειδή οι σύζυγοι δεν ήθελαν να συμφωνήσουν, αλλά επειδή η συμφωνία τους ήταν ελλιπής. Δεν αρκεί, για παράδειγμα, να αναφέρεται ότι «τα περιουσιακά θέματα έχουν τακτοποιηθεί», χωρίς να προσδιορίζεται ποια ακριβώς θέματα, με ποιον τρόπο, έναντι ποιου ανταλλάγματος και με ποιες συνέπειες. Η σωστή νομική διατύπωση μπορεί να αποτρέψει μεταγενέστερες αγωγές, αμφισβητήσεις, καταγγελίες συμβάσεων, φορολογικά προβλήματα και αντιδικίες για κοινές οφειλές.

Επομένως, το θέμα συναινετικό διαζύγιο και περιουσία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο, αλλά ως πεδίο όπου η εξατομικευμένη νομική συμβουλή είναι καθοριστική.

Πώς μπορεί να βοηθήσει η δικηγόρος στο Αιγάλεω Παρασκευή Βασιλοπούλου

Η δικηγόρος στο Αιγάλεω Παρασκευή Βασιλοπούλου μπορεί να σας καθοδηγήσει υπεύθυνα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, από την αρχική νομική ενημέρωση έως τη σύνταξη και ολοκλήρωση της συμφωνίας συναινετικού διαζυγίου. Με προσεκτική εξέταση των περιουσιακών δεδομένων, των οικογενειακών συνθηκών και των πιθανών αξιώσεων κάθε πλευράς, η δικηγόρος μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας σαφούς, δίκαιης και νομικά ασφαλούς λύσης.

Ιδίως σε ζητήματα που αφορούν ακίνητα, κοινά δάνεια, οικογενειακή στέγη, διατροφή τέκνων, αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα ή περιουσιακές συμφωνίες μεταξύ συζύγων, η έγκαιρη νομική υποστήριξη είναι καθοριστική για την αποφυγή μελλοντικών διαφορών.

Εάν σας απασχολεί το θέμα συναινετικό διαζύγιο και περιουσία, η δικηγόρος στο Αιγάλεω Παρασκευή Βασιλοπούλου μπορεί να σας βοηθήσει να κατανοήσετε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις σας, να οργανώσετε σωστά τα επόμενα βήματα και να προχωρήσετε με ασφάλεια σε μια ολοκληρωμένη συμφωνία.

Σήμερα, το συναινετικό διαζύγιο αποτελεί την ταχύτερη και πιο ευέλικτη διαδικασία λύσης του γάμου, ιδίως όταν οι σύζυγοι έχουν κοινή βούληση να ρυθμίσουν πολιτισμένα τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους εκκρεμότητες.

Η διαδικασία, είτε γίνεται με φυσική παρουσία είτε μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας, οδηγεί στη λύση του γάμου με συμβολαιογραφική πράξη, αλλά δεν επιλύει αυτομάτως κάθε περιουσιακό ζήτημα.

Η κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων, οι κοινές οφειλές, τα δάνεια, τα ακίνητα, η οικογενειακή στέγη, οι αξιώσεις συμμετοχής στα αποκτήματα και οι υποχρεώσεις διατροφής χρειάζονται ξεχωριστή και προσεκτική αντιμετώπιση.

Το θέμα συναινετικό διαζύγιο και περιουσία απαιτεί εν τέλει συνδυασμό ψυχραιμίας, διαπραγμάτευσης και νομικής ακρίβειας. Όσο πιο πλήρης είναι η καταγραφή των περιουσιακών δεδομένων και όσο πιο σαφής είναι η συμφωνία των συζύγων, τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος μελλοντικών συγκρούσεων.

Η ορθή προετοιμασία πριν από την υπογραφή, η ανεξάρτητη νομική εκπροσώπηση κάθε πλευράς και η πρόβλεψη όλων των πρακτικών συνεπειών μπορούν να μετατρέψουν το διαζύγιο από πηγή παρατεταμένης αντιδικίας σε διαδικασία ομαλής μετάβασης.

Για κάθε ζευγάρι που εξετάζει τη λύση του γάμου του, η έγκαιρη ενημέρωση για το συναινετικό διαζύγιο και την περιουσία είναι το πρώτο βήμα για μια ασφαλή, δίκαιη και λειτουργική συμφωνία.